.
Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Τα λουλούδια των αγρών είχαν μεγάλη φιλονικία μεταξύ τους. Ποιό τάχα απ όλα είναι τό ευγενέστερο; Το καθένα έλεγε τον έαυτό του καί εφερνε πρός υποστήριξη τά καλοχρωματισμένα ανθη του, τά δροσερά του φύλλα ή  τή γλυκιά ευωδιά του.

Έξαφνα βγήκε και η Τσουκνίδα στη μέση. Όλοι άπόρεσαν άμα την είδαν. Τί είχε νά πει κι αυτή; Νά παινεθεϊ γιά τήν ευγένειά της; Δέ γυρίζει λίγο νά ιδεί τό πρόσωπό της στό νερό καί νά ήσυχάσει; Μά η Τσουκνίδα, χωρίς νά δόσει προσοχή  στά μουρμουρίσματα των αλλων, αρχίζει νά φωνάζει, βραχνά βραχνά, ενώ κινοϋσε τά αγκαθωτά φύλλα της.

– Καλέ ποιός μιλεί έδώ γιά εύγένειες ; Μήπως τό Θυμάρι, πού καπνίζει τούς φούρνους του χωριού,η. ή κυρά Ρίγανη πού νοστιμίζει τά ψητά του μαγειριου, η ή κυρά Μολόχα ή μαλακτική, πού στολίζει τά φαρμακεία, ή τό χαμόμηλο μέ τό κίτρινο πρόσωπό του; Δέν εχει κανένας άλλος τό δικαίωμα νά καυχιέται γιά εύγένεια. ‘Εγώ μόνο.

«Όλα τ’ αγριολούλουδα, όταν άκουσαν τά λόγια αυτά, άπόρεσαν περισσότερο, Δέν περίμεναν τόση άδιαντροπιά από τήν Τσουκνίδα. Μερικά κράτησαν τά γέλια. «Αλλα θύμωσαν αληθινά. Μόνο τά μικρότερα δέ φανέρωσαν τί αίσθάνονται, γιατί φοβούνταν τά άγκάθια της Τσουκνίδας.

Ή Τσουκνίδα όμως δέν έδοσε σημασία σέ τίποτα καί είπε δυνατότερα:

– Μου φαίνεται παράξενο, πού απορείτε γιά τήν εύγένειά μου. ‘Ή κάνετε έπίτηδες δτι δέν εννοείτε. Νά σας το έξηγήσω άμέσως. Ποιό είναι τό εύγενέστερο φυτό του κόσμου; ‘Όλοι θ’ άποκριθεϊτε : ή Τριανταφυλλιά. Λοιπόν εγώ είμαι ή έξαδέρφη της Τριανταφυλλιάς!

Μέ τά λόγια αύτά της Τσουκνίδας όλα πιά τ’ άγριολούλουδα άρχισαν νά φωνάζουν. Κάθε άλλο περίμεναν άπ» τήν Τσουκνίδα, άλλ’ όχι κι αυτό. Τότε τό Θυμάρι, τό όποίο είχε προσβληθεί από τά λόγια της Τσουκνίδας, φωνάζει πρώτο. «Έπειτα παίρνουν μέ τή σειρά τό λόγο καί τά άλλα λουλούδια …

Κατ’ αυτό τόν τρόπο άκούστηκε τότε εκεί ό έξης διάλογος:

Τό Θ υ μ ά ρ ι (θυμωμένο): Έξαδέλφη της Τριανταφυλλιάς εσύ; ‘Από που κι ως που; .

Ή Τ σ ο υ κ ν ί δ α (μέ πείσμα): Θά σου τό αποδείξω εύθύς

‘Η Ρ ί γ α ν η (μέ θάρρος): Βέβαια νά τό άποδείξεις.

 Χ α μ ό μ ηλ ο (ωχρό από τό θυμό του): ‘Αφοϋ είσαι έξαδέρφη της Τριανταφυλλιάς, θά της μοιάζεις

·Η Τ σ ο υ κ ν ί δ α (χωρίς ντροπή): Βέβαια της μοιάζω!

«Ολα τ’ άγριολούλουδα άνασηκώνονται στίς ρίζες τους γιά νά δουν σέ τί ή Τσουκνίδα μοιάζει της Τριανταφυλλιάς. Κι αύτή άκόμα η Κυκλαμιά πρόβαλε από μιά σχισμή του βράχου.

Τό Θ υ μ ά ρ ι:Αφοϋ μοιάζεις της Τριανταφυλλιάς, πού είναι τά ώραϊα τριαντάφυλλά σου;

Ή Τ σ ο υ κ ν ί δ α (λίγο ταπεινωμένη): Τριαντάφυλλα δέν εχω.

Η Ρ ί γ α νη: ‘Αφοϋ μοιάζεις της Τριανταφυλλιάς, που είναι ή ευωδιά σου;

Η Τ σ ο υ κ ν ί δ α (περισσότερο ταπεινωμένη): Ευωδιά δέν εχω.

Όλα τά α γ ρ ι ο λ ο ύ λ ο υ δ α μαζί (μέ ανυπομονησία): Μά τί έχεις λοιπόν; Σέ τί μοιάζεις της εξαδέλφης σου;

Ή Τσουκνίδα:Επί τέλους, νά! «Εχω κι εγώ αγκάθια! Σ’ αυτό μοιάζω της εξαδέλφης μου! (‘Οχλοβοή, σφυρίγματα, γέλια πανδαιμόνιο). ..

Τό Θυμάρι (πρός τά αλλα λουλούδια): ‘Ακούς εκεί!

Η Ρ ί γ α ν η (μέ ακράτητα γέλια): ‘Ωραία .. όμοιότητα!

Η Μ o λ ό χ α (με πικρή ειρωνεία): Δέ βρήκε κανένα από τά προτερήματα της τριανταφυλλιάς και της έμοιασε μόνο σ ένα ελάττωμα της.

Τό Χ α μ ό μ η λ ο: Καί καμαρώνει γι’ αυτό καί θέλει νά μας κάνει τήν εξευγενισμένη. Σίγουρα δέν είναι στά καλά της.

Η Τ σ ο υ κ ν ί δ α καταθυμωμένη έπήγε καί κρύφτηκε σ’ ένα χαντάκι. ‘Από τό θυμό της μεγάλωσαν περισσότερο τ’ αγκάθια ‘της. Αυτή όμως τά βλέπει μέ ύπερηφάνεια καί νομίζει ότι μοιάζει περισσότερο της Τριανταφυλλιας της έξαδέλφης της.

Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)