_Ν+¬+- +++¦+-_Η+¬_Β+__Ε+¦+¦+υ...2

Ένα παραμύθι ζωγραφισμένο από παιδιά!!

Μια φορά κι έναν καιρό και κάθε καιρό θα μπορούσα να σας πω, ψηλά πολύ ψηλά, στο μεγάλο γαλανό ουρανό, που αν σηκώσετε το κεφάλι σας ψηλά, θα τον δείτε, ζούσε ένα πολύ μικρό συννεφάκι, ένα μωρό συννεφάκι.

Το συννεφάκι αυτό που λέτε παιδιά, ζούσε ολομόναχο, γιατί ο μπαμπα-σύννεφος και η μαμα-σύννεφο, αποφάσισαν να ταξιδέψουν, ολόκληρο τον κόσμο, με αεροπλάνο τον ουρανό, παρέα με όλα τα άλλα μεγάλα, σύννεφα του ουρανού.

Οι σύννεφο-γονείς, σκέφτηκαν ότι το παιδάκι τους, ήτανε πολύ μωρό και θα κουραζότανε σε αυτό το μεγάλο ταξίδι.

Έτσι, το άφησαν εκεί, μόνο του, γεμάτο παράπονο, να τους περιμένει, κάποτε να γυρίσουν.

Το καημένο το συννεφάκι, ήτανε πάντα μαύρο από την στεναχώρια του!

Να σκεφτείτε, ότι με το που βούρκωνε, ψιλόβρεχε στη γη, ακόμα και όταν είχε ήλιο, έτσι από το πουθενά.

Οι άνθρωποι στη γη, που είχαν συνηθίσει σε αυτές ξαφνικές τις ψιχάλες, έκαναν πάντα το σταυρό τους, κάθε φορά, που δάκρυζε, όπως έλεγαν ο ουρανός και μετά ξαναγύριζαν γρήγορα γρήγορα, στις δουλειές τους.

Τα παιδιά όμως, ήξεραν μόνο την αλήθεια και έκαναν κάθε φορά, ότι περνούσε από το χέρι τους, για να χαμογελάσει, έστω και για λίγο, κάποιο μικρό συννεφάκι, που είχε μοναξιές εκεί ψηλά στον ουρανό και να ξαναγίνει πάλι χαρούμενο και αφράτο.

_Ν+¬+- +++¦+-_Η+¬_Β+__Ε+¦+¦+υ...1

Μόλις μούτρωνε και με το δίκιο του, κάποιο μωρό συννεφάκι, όλα τα παιδιά στη γη, έπιαναν αμέσως δουλειά.

Ακούστε λοιπόν τι έκαναν.

Έπαιρναν χρωματιστά χαρτιά, μπογιές και μαρκαδόρους και έφτιαχναν πολλούς μικρούς χάρτινους αετούς, με μακριές πολύχρωμες ουρές.

Επάνω στους χαρταετούς, τα παιδιά ζωγράφιζαν με τις μπογιές και τους μαρκαδόρους, αστείες φατσούλες, και μετά τους άφηναν ελεύθερους, να πετάξουν ψηλά στον ουρανό.

Τα παιδιά έλεγαν, πως όσο πιο ψηλά στον ουρανό, ανέβουν οι χαρταετοί, τόσο πιο καλά, θα τους βλέπει το κλαψιάρικο συννεφάκι.

Πίστευαν, ότι έτσι θα το έκαναν, να ξεκαρδιστεί πιο γρήγορα στα γέλια. Ήθελαν τόσο πολύ να ξαναγίνει πάλι ευτυχισμένο.

Μια μέρα το συννεφάκι μας, αφού είχε κλάψει και το είχε καταευχαριστηθεί, σκέφτηκε απογοητευμένο, να ρίξει μια βουτιά από ψηλά. Είχε βαρεθεί να περιμένει και να περιμένει, να γυρίσουν οι γονείς του.

Ήθελε τη μαμά του, μια αγκαλιά, ένα χάδι, βλέπετε παιδιά, ήτανε πολύ μωρό ακόμα, είχε μοναξιές και είχε βαρεθεί, τη μικρή συννεφοζωή του.

Έτσι αποφασισμένο για όλα, πήρε φόρα από ψηλά, για να πηδήξει και να σκάσει κάτω σαν καρπούζι, όταν τα δακρυσμένα του ματάκια, γούρλωσαν γεμάτα απορία.

– «Α!… Α!..Τι είναι αυτά τα ωραία πράγματα;» είπε το μικρό συννεφάκι, μόλις είδε τον ουρανό, γεμάτο από τους πολύχρωμους χαρταετούς, που πριν από λίγο, είχαν πετάξει ψηλά, με πολύ αγάπη τα παιδιά.

– «Φου… Χαρ… τα… ε… τοί…» του σφύριξε ο άνεμος στο αυτί.

Το συννεφάκι γαργαλήθηκε και έβαλε τα γέλια.

– «Δεν κατάλαβα λέξη, κύριε άνεμε» είπε το συννεφάκι.

«Και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι πολύ μωρό ακόμα και δεν ξέρω τη γλώσσα που μιλάς! Αλλά είμαι πολύ περίεργο να μάθω, τι στο καλό είναι όλα αυτά, τα ωραία πράγματα, που πετάνε ψηλά και έρχονται όλο και πιο πολύ κοντά μου; Θέλω να κατέβω όσο πιο χαμηλά γίνεται, θέλω να τα δω όλα αυτά, από κοντά και αν χρειαστεί, να τα αγγίξω και λίγο! Άλλωστε δεν έχω να φοβηθώ τίποτα, αφού όλα μου χαμογελάνε. Ε; Τι λες και εσύ κυρ άνεμε, δεν έχω δίκιο;»

Το συννεφάκι όπως θα καταλάβατε παιδιά, μόλις είδε τους χαρταετούς, τα ξέχασε όλα, τέλος τα κλάματα, τα παράπονα και οι μαύρες σκέψεις.

Ο άνεμος, του χαμογέλασε και τότε σηκώθηκε, ένα ελαφρύ αεράκι, ίσα ίσα να χαιδέψει στο μάγουλο, το χαρούμενο πια συννεφάκι.           

Το συννεφάκι μας αποφασισμένο, πήρε μια βαθειά ανάσα και μετά, προσπάθησε να κατέβει προς τη γη. Δυστυχώς όμως, δεν κατάφερε τίποτα, γιατί ήτανε πολύ μικρό και πολύ ελαφρύ.

Απογοητεύτηκε και άρχισε πάλι να μαυρίζει από την στεναχώρια του, όταν…

– «Ε! Συννεφάκι, είσαι για μια χαμηλή πτήση στη γη;»

– «Ε!…Ποιός είναι;» κατατρόμαξε το συννεφάκι.

– «Εγώ είμαι, ο ήλιος του ουρανού, ήρθε η ώρα να ζεστάνω τη γη και τους ανθρώπους της, και σκέφτηκα… μήπως τραβάει η όρεξη σου, καμμιά ωραία βόλτα!»

– «Βόλτα;» απόρησε το συννεφάκι.

– «Έλα μη χασομεράς, διάλεξε μόνο μια ηλιαχτίδα και φύγαμεεε…»

Το συννεφάκι χωρίς να το καλοσκεφτεί, με έναν πήδο, βρέθηκε καβάλα, πάνω στην πρώτη ηλιαχτίδα που είδε μπροστά του και τόριξε χαρούμενο, στην τσουλήθρα.

Ο καλός ο ήλιος, κατέβηκε όσο πιο χαμηλά μπορούσε και έκανε τη μέρα, πιο φωτεινή και πιο ζεστή, από κάθε άλλη φορά.

Το συννεφάκι μας, ξεχάστηκε πάνω στην ηλιαχτίδα και άρχισε το παιχνίδι και τις βουτιές, ανάμεσα στους πολύχρωμους χαρταετούς, που σε κάθε ευκαιρία, του έκλειναν γλυκά το μάτι και του χαμογελούσαν.

Εικόνα από:pixgood.com

Επιτέλους το συννεφάκι, ήτανε και πάλι ξένοιαστο, έπαιζε και γελούσε ασταμάτητα.

Τα παιδιά στη γη, τα είχανε καταφέρει για άλλη μια φορά.

Σιγά σιγά, με το πολύ παιχνίδι ξεχάστηκε, ξεμούτρωσε, ξαναβρήκε το χιονάτο χρώμα του και έγινε πάλι αφράτο και πολύ ευτυχισμένο! Έτσι, όπως πρέπει να είναι πάντα, κάθε μωρό συννεφάκι, εκεί ψηλά, πολύ ψηλά, στο μεγάλο γαλανό ουράνο, που… αν σηκώσετε το κεφάλι σας ψηλά, πιστέψτε με θα τον δείτε!!!

Μέλια.

Παραμύθι για μικρά και μεγάλα παιδιά! 

Εικόνα από:maros-kindergarten.blogspot.com

  
***Χίλια ευχαριστώ στους μικρούς μου φίλους – συνεργάτες, που με τις πανέμορφες ζωγραφιές τους ομόρφυναν αυτό το παραμύθι!!

.