Κάθομαι και το βλέπω δέκα μέρες τώρα και βράζω στο ζουμί μου και βρίζω σαν νταλικέρης και δεν μπορώ να γράψω δυο αράδες.

Δεν πάει το χέρι μου στο ρημάδι το πληκτρολόγιο, ο θυμός και τα νεύρα μου αδυνατούν να εκτονωθούν μέσα σε λίγες γραμμές. 

Όμως το χρωστάω στους ανθρώπους μου και σε όσους δοκιμάζονται, που για να πάρουν μια μπουκιά αξιοπρέπειας ακουμπούν στα χέρια των αρπακτικών όρνεων τα ελάχιστα πολύτιμα από καρδιάς εναπομείναντα.

Μία βέρα γάμου, ένα δαχτυλίδι δώρο επετείου, έναν ασημένιο δίσκο φιλόξενου τραταρίσματος, έναν ευλογημένο βαφτιστικό σταυρό, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια…

Και εδώ τα πήρα στο κρανίο κανονικά και με τον νόμο…

…θυμήθηκα τη γιαγιά μου που ήρθε στην Ελλάδα κομμάτια, μόνη κι έρμη, ξεριζωμένη, με μια χούφτα χώμα από την αυλή του ρημαγμένου της σπιτιού στην τσέπη και με ένα ζευγάρι σκουλαρίκια στα αυτιά της, δώρο της σφαγμένης νονάς της.

Δεν ξεχνώ και δεν συγχωρώ αυτή η αγαρηνή φάρα, που όσο ζω θα την διαολοστέλνω σε καθημερινή βάση και δεν θα την ονοματίσω ποτέ φίλη της Πατρίδας μου.ΠΟΤΕ!!

Και μάρτυς μου ο Θεός.

Τα κατάφερε η γιαγιά μου και βρήκε τον δρόμο της, παντρεύτηκε έναν λεβέντη έναν ήρωα, που την είχε κορώνα στο κεφάλι του και έφερε στον κόσμο παιδιά που μπουρδουκλώνονταν ανέμελα στα πόδια της κι όλα έδειχναν ότι η ζωή τους θα κυλούσε σαν το γάργαρο νεράκι, μόνο που….

…. κάποιοι είχαν άλλα σχέδια και ρήμαξαν την Ελλάδα και γέμισαν τη ισοπεδωμένη κατακαμένη γη κορμιά κομματιασμένα και όσοι επέζησαν θρηνούσαν και πάλευαν σέρνοντας τα λιπόσαρκα κορμιά τους από δω κι από κει, σαν τις άδικες κατάρες.

Δεν ξεχνώ και δεν συγχωρώ κι αυτή τη αιμοσταγή φάρα που ρήμαξε για άλλη μια φορά την Πατρίδα μου και όσο θα έχω τα μάτια μου ανοιχτά και θ’ ανασαίνω θα τους στέλνω καθημερινά στο διάολο κι αυτούς και την παρέα τους.

Μία σφαίρα και δυο ζωές, δυο πολύτιμες ζωές σφιχταγκαλιασμένες, σωριάστηκαν καταγής, μπρος στα πόδια της και έσβησαν μπρος τα μάτια της. Εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα «γνωστά» στρατεύματα κατοχής. Η γιαγιά μου ξαναμάζεψε τα κομμάτια της και για να μπορέσουν τα παιδιά της να σταθούν στα πόδια τους πούλησε σε ένα αρπακτικό όρνεο, σε ένα πουλημένο καλοπερασάκια του κερατά, τα παιδικά της σκουλαρίκια, τη λεπτή φτηνιάρικη βέρα της και το δαχτυλίδι της πεθεράς της.

Μέχρι που την πήρε ο Θεός κοντά Του και ξεκουράστηκε, το έφερε βαρέως μέσα της που ξεπούλησε για ένα κομμάτι  ψωμί τη βέρα της…. αυτό την πόνεσε, παναθεμά τους .

Καλύτερα να τρώγαμε πέτρες παρά… μου έλεγε και κοιτούσε το αδειανό της δάχτυλο .. καλή της ώρα.

Και τώρα μια από το ίδια, η ιστορία πήγε το μπρος πίσω οι φάρες επέστρεψαν, στην Θεσσαλονίκη εγκαινίασαν το μουσείο του χειρότερου αιμοσταγούς δολοφόνου των Ελλήνων, η Πατρίδα έρμαιο στα νύχια των ίδιων κατακτητών και οι μαυραγορίτες «έλληνες του κερατά» στη θέση τους, λες κι είχαν φύγει και ποτέ, πανέτοιμοι να ρουφήξουν για άλλη μια φορά σαν λαίμαργα τσιμπούρια το αίμα, τις αναμνήσεις και την αξιοπρέπειά μας για λίγα ψωροευρώ, λες και θα τα πάρουνε μαζί τους, που να μην σώσουν…

Γέμισε η Ελλάδα  τομάρια, θαρρώ τους λένε μαυραγορίτες. Στη θέση κάποιου μαγαζιού που δεν αντέχει και κατεβάζει τα ρολά, στήνεται σήμερα μια τέτοια επιχείρηση με τεράστιες πινακίδες με κεφαλαία γράμματα με θωρακισμένες πόρτες, για την ασφάλεια των ιδιοκτητών, κάμερες και σύγχρονα συστήματα ασφαλείας, γιατί έχουν τιγκάρει τα συρτάρια τους από χρυσά δόντια και παράσημα τιμής και σκιάζονται και τον ίσκιο τους οι βδέλλες. Τα πολύτιμα αντικείμενα μεταφέρονται άμεσα σε μεγάλες τσάντες σε τραπεζικές θυρίδες, γιατί τρέμει η ψυχή τους μη χάσουν τα αργύρια της προδοσίας.

Αυτή τη φάρα ΟΜΩΣ δεν θα την ξεχάσω ΠΟΤΕ, ούτε στον τάφο, γιατί αυτή η γλοιώδης φάρα είναι «έλληνες», και δεν δίνω δεκάρα τσακιστή ποιοι κρύβονται από πίσω και κινούν τα νήματα.

Πίνουν και στραγγίζουν το αίμα του αδερφού, την πείνα την κάνουν ανέκδοτο για να γελάσουν, για να σε πείσουν ότι δεν τρέχει και τίποτα αν ξεδοντιάσεις τον παππού και τη γιαγιά για να πουλήσεις τα δόντια τους σαν φτηνιάρικα στραγγάλια.

Περπατάς στον δρόμο σκυφτός, άκεφος, συννεφιασμένος, χωμένος στις έννοιες σου και με το που σηκώνεις το κεφάλι για να δεις λίγο ουρανό και να πάρεις μια ανάσα, δεν προλαβαίνεις να μετράς τις διαφημιστικές πινακίδες ΑΓΟΡΑΖΩ ΧΡΥΣΟ και υποσχέσεις με τις πιο συμφέρουσες τιμές για σένα λέμε τώρα… μια ευκαιρία για γρήγορο και εύκολο ρευστό.

Πώς δικαιολογούνται όμως τόσα πολλά μαυραγορίτικα μαγαζιά;

Γιατί ξεφύτρωσαν παντού;

Που πάει ο ιδρώτας μας και τα κειμήλια της οικογένειάς μας;

Γιατί μας στραγγίζουν στάλα στάλα;

Γιατί το επιτρέπουν;;

Γιατί ξεκάθαρα αυτός ήταν και είναι ο σκοπός τους, να μας γονατίσουν γλυκά και τρυφερά, στα δύο, στα τέσσερα και τέλος κάτω από μια ταφόπλακα.

Όμως βρε ρεμάλια σας έχω νέα πάρτε τα όλα, όλα και για να δείτε πόσο ξηγημένη Ελληνίδα είμαι θα σας χαρίσω το παράσημο του παππού μου και θα σας το καρφώσω στην καρδιά που δεν έχετε ή ακόμα καλύτερα στο δόξα πατρί για να πάτε στο διάολο..

Έχουμε πόλεμο, ο αγώνας δεν είναι άνισος, γιατί εμείς αγωνιζόμαστε για την Πατρίδα μας και οι «ριχάρδοι» για τον άψυχο χρυσό.

Κάποιοι από μας θα θρηνήσουν και θα χάσουν δικούς τους ανθρώπους, δυστυχώς ο πόλεμος έχει αθώα θύματα, η πίστη μας και η αντοχή μας θα δοκιμάζονται καθημερινά, κρατηθείτε αδέλφια… κρατηθείτε…

.

 Μέλια.

Εικόνα:OΕβραίος τοκογλύφος Σάϊλοκ από το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας» από το laits.utexas.edu