Φωτογραφία από:www.123rf.com

.

Αυτό το καλοκαίρι -να πάει και να μην έρθει- θα το θυμάμαι μέχρι που να δω τ’ανάσκελα, τα τρυφερά αγριοράδικα ανάποδα και τους τροφαντούς γαιοσκώληκες… φέις του φέις.

Κι εξηγώ για να μην παρεξηγηθώ, είχα μπαρκάρει στα νιάτα μου και δυο τρία ψευτοαγγλικούλια της πλάκας, τα βασικά ντε, τα παπαγάλιζα μπας και ρίξω κανένα μανουλομάνουλο στα αμαρτωλά λιμάνια,εξού και το αγγλικό που μου ξεφεύγει εννίοτε, δηλαδής αραιά και που… κουβέντα να γίνεται.

Όμως ξέφυγα από το θέμα μας κι εξκιούζμι, αλλά είμαι περήφανος για τις γνώσεις μου κι επειδή δεν προλαβαίνω να επεξηγώ έβριθινγκ, ανοίχτε και κάνα λεξικό για να πιάσετε το βαθυστόχαστο νόημα της κουβέντας που θα κάνω με τη λεβεντιά μου.

Αυτό το καλοκαίρι ζορίστηκα… κι εσείς ε;

Εγώ ζορίστηκα πολύ, γιατί έχω και τη Σούλα, το έτερον ενάμιση, και μη διακρίνω επ’ αυτού, υποψία γέλωτος και τα γνωστά υπονοούμενα της μισής μερίδας και το «που πας ρε μπάμια», γιατί θα σφαχτούμε και στη θέα του αίματος, τέζα ο Μήτσος!

Ερωτεύτηκα ο καψερός, εκείνη τη λαμαρίνα την κατέβασα αμάσητη, σαν γλαρόνι, ο τυφώνας Σουλάρα με χτύπησε εκ του παντόθεν, σαν χταπόδι καταγής και απ και ντάουν – και απ και ντάουν και μαλάκωσα ο έρμος σαν συριανό λουκούμι.

Μεγάλος έρωτας, πέντε χρόνια με έφτυνε κι εγώ στην καρακοσμάρα μου, Σούλα και ξερό ψωμί!

Σούλα κράζει το παιδάκι, Σούλα ο νιος και Σούλα ο γέρος (ποιητική αδεία).Κι ένα βράδυ πούβρεχε, πούβρεχε μονότονα κι έπινα ξεροσφύρι μοναχός σαν την άδικη κατάρα το δεύτερο καραφάκι ούζο στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς, μπήκε η γοργόνα, το Σουλα-τσουνάμι και με πήρε και με σήκωσε.

Ακόμα αναρωτιέμαι: πιωμένη ήταν και δεν μ’ έφτυσε;

Μου το σφύριξε μετά από καιρό, όταν παντρεύτηκα τον ένα και μοναδικό έρωτά της ζωής μου, ΤΗΝ ΣΟΥΛΑ ΜΟΥ, ένας καλοθελητής και φαρμακώθηκα, ίσα που γλύτωσα το εγκεφαλικό και το έμφραγμα.

Εκείνες τις μέρες που με ηράσθει σφόδρα η Σούλα, τρομάρα μου και κούνια που με κούναγε, μόλις είχα κληρονομήσει ένα παλιό διατηρητέο στην Πλάκα, κούκλα, από μια πικρόχολη θειά που δεν χώνευε ούτε τα άντερά της.

Καλημέρα θειά, της έλεγα, άει σιχτίρ παλιομπίμπιπ, που να μη σώσεις.. μου απαντούσε, καλοκάγαθα και πάντα με τον γλυκό λόγο στο στόμα.

Τώρα γιατί το άφησε το σπίτι σε μένα;

Γιατί λίγο πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, φορέβερ και δια παντός, είχε ξεχάσει και το όνομά της… ευτυχώς!

Και βολεύτηκα στο διατηρητέο σα στο σπίτι μου, άρχοντας, έφυγα κι από το νοίκι, αλλά δούλευα σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, γιατί η δουλειά δεν είναι ντροπή, άλλα είναι ντροπή Μήτσο!

Ότι είχα στην άκρη εξαφανίστηκε για τη τελετή της καταδίκης μου. Την καταδίκη μου μέσα!

Παντρευτήκαμε στο πιτς φυτίλι, βιαζόταν ο κόμματος να εγκατασταθεί στο διώροφο διατηρητέο, αλλά εγώ χαμένος στο διάστημα, ότι πει η Σούλα μου, φτου σου ρε Μήτσο και πάλι φτου σου.

Όταν με φώναζε γλυκά και τρυφερά με το όνομά μου: «ρε Μήτσο πιάσε μία μπύρα από το ψυγείο και σβέλτα».. ο Μήτσος, εγώ ο κόπανος, έλιωνα… και τσακιζόμουν να φέρω την παγωμένη μπύρα για να δροσιστεί η ζαργάνα μου, που ρευόταν με τακτ σαν μπεκρούλιακας.

Δούλευα σαν το σκυλί για να μην της λείψει τίποτα και σουφρώσει πικραμένο το χειλάκι της, το τσουπωτό…. το ζώον!

Ξυπνούσα το πρωί, πριν αλέκτωρ λαλήσει κι επέστρεφα στο σπίτι κατάκοπος από την δουλειά λίγο πριν πάνε οι κότες για ύπνο.

Και άντεξα την κούραση, αλλά η Σούλα με έπνιγε με τις παράλογες απαιτήσεις της, Σούλα γιου κιλ μι!!

Αυτήν την φούσκα ευτυχία την έχαψα κοντά τρία χρόνια, γιατί μετά άρχισα να ζορίζομαι και να γυρίζει το μάτι μου, από τα καμώματά της.

Δεν ήμουν πια χάπι και ο ουρανός είχε πέσει στρέιτ θρου στο κεφάλι μου και στα φυλλοκάρδια μου.

Πέσαμε και με τα μούτρα στο μνημόνιο σφίξαμε τα ζωνάρια, αλλά ένα περίεργο πράγμα, εγώ είχα γίνει σαν αφυδατωμένος τσίρος, σαν τσαπέλα καλαματιανή, αλλά η Σούλα αφράτεψε..

Με το που έσκασε μύτη το καλοκαιράκι, η Σούλα άρχισε να με πιέζει πρωί μεσημέρι βράδυ κι ενδιάμεσα, «Μήτσο όλος ο κόσμος πάει στη θάλασσα, διακοπές στα νησιά, διασκεδάζει, εγώ μέσα…μέσα… μέσα μπούχτησα πια, ά στο διάλο με γέρασες πριν την ώρα μου, μαμούχαλε».

Μαμούχαλος ο Μήτσος;; Φτου σου ρε άντρα. να μη σε ματιάσω!

«Μα Σούλα μου μωρό μου αφού δουλεύω εφτά μέρες τη βδομάδα πώς να σε πάω στη θάλασσα; Δόξα το Θεό να λέμε, που υπάρχει δουλίτσα και δεν πεινάμε, έχουμε και το σπιτάκι μας, την αγάπη μας. όλα καλά».

«Όλα καλά;; Και εγώ πότε θα βάλω το καινούργιο μου μαγιώ;; Ποιος θα με δει, ρεεεε Μήτσο;; Ποιος»;;

Και ανοίξαν οι ουρανοί και βγήκε από μέσα μου το κτήνος, εξκιούζμι ο άντρας ήθελα να πω, η καταπιεσμένη βαρβατίλα και… «ποιος θα σε δει;; Έτσι που αφράτεψες μωρή μόνο ο τεράστιος καθρέφτης στο χωλ μπορεί να σε ανεχτεί και να μην πει κουβέντα, ο ψυχοπονιάρης».

Κακία ε;

Ξέρω, ξέρω δεν μιλούν έτσι στις γυναίκες, συγγνώμη αλλά μπράβο Μήτσο καιρός ήταν, έσκισες τη γάτα, άντε και κανένα μασαζοκαλσόν, γιατί η Σούλα το πήρε πολύυυυ κατάκαρδα κι αντέδρασε δεόντως: Τρία ράμματα στο φρύδι μου πάτησαν στο εφημερεύον νοσοκομείο και μάλιστα χωρίς αναισθησία, ελλείψεις λέει του νοσοκομείου «κι αν θέλατε αναισθησία», μου είπε ο ειδικευόμενος που παραλίγο να μου ράψει τα δυο φρύδια μαζί, «έπρεπε να τη φέρετε απ΄ το σπίτι σας κύριε. Και να μην έχετε κύριε», πήρε φόρα ο τσόγλαν ντόκτορ, «παράλογες απαιτήσεις από ΄να νοσοκομείο, που αύριο κλείνει».

Τι να πεις, βάσανα που ΄χει ο κόσμος, ο καθένας με τον καημό του, ας όψονται οι… που να τους πάρ΄ ο διάλος.

Δεν θα το ξεχάσω: οδηγούσα με το ‘να χέρι, γιατί με το άλλο κρατούσα την πετσέτα πάνω στο κατασκοτωμένο απ΄ το κρυστάλλινο τασάκι φρύδι μου κι η Σούλα στην πίκρααα, είχε μια στεναχώρια, άλλο πράμα, μιλούσε στο κινητό με μια φίλη της για το μαύρο μαγιώ που αγόρασε και που δεν θα το δει ανθρώπου μάτι…. άτιμος κενωνία και μάνα γιατί τη γέννησες!.

Και να’ σου οι κατάρες με τη σέσουλα, για τον άχρηστο που πήγε και παντρεύτηκε. στο άνθος της ηλικίας της και την έφαγε η κλεισούρα!

Και πάνω στο βελόνιασμα του φρυδιού, πήρα τις αντρίκιες αποφάσεις μου: θα σκίσω τη γάτα, τελεία και παύλα! Ή αυτή ή ΕΓΩ!

Χα! Όποιος αντέξει κυρία Σούλα, κυρία; φτου πιπέρι στο στόμα!

Έκρυψα τα φονικά τασάκια για σιγουριά, εξαφάνισα το μαγιώ, έβαλα τα πόδια στην πλάτη κι βγήκα στη γύρα, και τα κατάφερα. της αγόρασα ένα ίδιο μαγιώ, αλλά πονηρός ο Μήτσος, δυο νούμερα μικρότερο.

Και τέλος ικέτεψα το αφεντικό μου τον ευρωφονιά, να μου δώκει μια μέρα άδεια για να πάω να δω την θειά μου που πεθαίνει.. λέμε τώρα..

Μεγάλος ψεύτης, αλλά ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ακόμα καλύτερα εδώ που φτάσαμε, ο θάνατος ΤΗΣ… η ζωή ΜΟΥ!

Παρασκευή βράδυ, λίγο πριν πάνε οι κότες για ύπνο, επέστρεψα στο σπίτι λιάδα από την κούραση,αλλά..

«Που θα πάω αύριο, το μωρό μου ε;; που»;; ρώτησα μελιστάλαχτα με το που άνοιξα την πόρτα.

«Για κανά σουβλάκι στη γωνία», ήρθε η φαρμακερή απάντηση από το σαλόνι και μου την έσπασε.

Ψυχραιμία είπα Μήτσο, ψυχραιμία σμάιλ ρε… σμάιλ…

«Καλά αγάπη μου δεν πειράζει, κάτσε να ξεκουραστείς από την ξεκούραση», (αυτό το τελευταίο για σιγουριά το ψιθύρισα) «άσε θα πάω μόνος μου για μπάνιο αύριο στο Σούνιο. έχω και άδεια, θα χτυπήσω κανένα ψαράκι θα πιώ και καμιά παγωμένη μπυρίτσα και το βραδάκι θα επιστρέψω αλμυρός και ξεροψημένος στο μωρό μου, έτοιμος για τρελλίτσες».

«Σιγά που θα σ’ αφήσω να πας μόνος σου να τσιλιμπουρδίσεις, βρε ποιον πα να κοροιδέψεις λαμόγιο, απατεώνα, ύπουλο καθήκι, ρεμάλι του κερατά», φόρτωσε η μηχανή και αγαλλίασε η καρδιά μου και γέλασε επιτέλους το μέσα και το έξω μου και τούμπαλιν.

Κοιμήθηκα σαν πουλάκι με ένα χαμόγελο ίσαμε τ’ αυτιά, αύριο πουρνό πουρνό θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι.

Και γέλασε. μας άκουσε όλη η Πλάκα, οι τουρίστες στην Ακρόπολη, «ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ!» φώναξε κάποιος γείτονας, χτυπούν οι σειρήνες, τα γυναικόπαιδα στα καταφύγια, «ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ» φώναξε ένας αντάρτης παππούς, με ηρωικές αναλαμπές.

Και στο διατηρητέο μας, στη φωλίτσα μας ντε, παίχτηκαν όλες οι αρχαίες τραγωδίες…. «αλί και τρισαλί οϊμέ λιμάνι του Άδη,ανήλεο..» (μόνο αυτό θυμάμαι).

Και κλάμα η κυρία ρε παιδάκι μου, που νόμισε πως παραπάχυνε και δεν της κάνει το μαγιώ!! Πίκρααααα…..φαρμακώθηκε!

Το σκορ του αγώνα: Σούλα – Μήτσος, σημειώσατε δύο (δύο λέμε)!

Ο εχθρός κατετροπώθη και ετράπη εις άτακτον φυγήν.

Ο γκράντε στρατηλάτης Μήτσος, μεγάλη καρδιά κι ευσυγκίνητος, γενναιόδωρος και παιδί – μάλαμα, φάνηκε μεγαλόψυχος και ψυχοπονιάρης, στον εχθρό.

«Σούλα» της είπα, «αυτό το διατηρητέο έχει δυο πόρτες, η μία οδηγεί στην έξοδο με ελαφρά πηδηματάκια και βήμα γοργό και η άλλη στον καταπράσινο κήπο μας, με τις λαχταριστές μπάμιες μας. Διαλέγεις και παίρνεις».

Και διάλεξε…. με δυο βαλίτσες τίγκα στο χέρι, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο ταξί που την περίμενε, δεν μου ΄ριξε ματιά, ούτε να με φτύσει, όπως πάντα. Κυρρρία…. συνταγή δοκιμασμένη!

Το αντικείμενο του πόθου της Σούλας,το κρέμασα στον κήπο για να τρομάζουν τα πουλιά και να μην μου ρημάζουν τις μπάμιες.

Βρε η ζωή είναι ωραία, ααχ επιτέλους ηρεμία ..

Ηρεμία;; Χα, λέμε τώρα…

Ψόφιος απ’ την κούραση και την υπερένταση, με το έφυγε η Σούλα ξεράθηκα στον ύπνο. Ξεράθηκα, βρε κανόνια να βαράγανε, χαμπάρι δε θα’ παιρνα. Ξεκουράστηκε το κορμάκι μου. Νωρίς το πρωί με το ωραίο μου καφεδάκι στο χέρι, βγήκα στον κήπο να απολαύσω τα ζαρζαβατικά μου και ιδιαίτερα τις μπάμιες, που τις είχα ιδιαίτερη λατρεία.

Λίγο έλειψε να σωριαστώ φαρδύς πλατύς, στο κεφαλόσκαλο..

..ο κήπος μου βρε, το καμάρι μου, οι λατρεμένες μπάμιες μου όλα ξεριζωμένα και το μαγιώ – σκιάχτρο άφαντο.

Δάκτυλος της τροφαντής, σκέφτηκα, βρε θα την αφαλοκόψω, βρε την κάργια, βρε τι φίδι κολοβό έκρυβα στα στήθια μου, ο παλιομπίμπιπ!

Μπήκα γρήγορα στο σπίτι με την καρδιά μαύρη πίσσα κατράμι, έπρεπε να καταπιώ τη ζοχάδα μου και τους λυγμούς μου (θρηνούσα τις μπάμιες μου) και να βιαστώ, γιατί αν αργούσα κι άλλο η δουλειά μου θα πήγαινε περίπατο.

Και μου ήρθε δεύτερος νταμπλάς, πάνω στη νυφική παστάδα τα τρία παντελόνια, που είχα όλα κι όλα, κομμένα σορτσάκια, τα σακάκια μου κοντομάνικα και τα λιγοστά παπούτσια μου… ξώφτερνα !!!

Α ρε Σούλα, α ρε Σούλα, θα σε καρυδώσω.

Έβαλα πάνω από την σωβράκα, τα κουρέλια που μου έραψε με αγάπη η χρυσοχέρα η Σούλα και βγήκα στο δρόμο αλαλάζοντας σαν Μαινάδα από οργή και νεύρα….

…. και μούρθε ο ουρανός σφοντύλι, η κούκλα μου βρε, η κληρονομιά της πολυαγαπημένης μου θειας, το δακτυλοδεικτούμενο νεοκλασικό μου, το στολίδι της Πλάκας, το καμάρι μου, ζωγραφισμένο με κόκκινο σπρέι απ’ άκρη σ’ άκρη και δίπλα στην ξώπορτα στο κοντάρι της σημαίας ,κυμάτιζε με ζηλευτή περηφάνια το μαγιό της λεγάμενης. Και η κορυφή του παγόβουνου, δυο αξούριστοι μαντραχαλάδες να κρατάνε την κοιλιά τους και να γελάνε μετά δακρύων και λυγμών.

Ο πιο θρασύτατος μαντράχαλος, ένας αχτένιστος μαλλιάς, με ρώτησε, ρε μπάρμπα για σένα λέει;;; και μου΄δειξε τον τοίχο, με την βρωμοδαχτυλάρα του.

ΟΙΚΕΙΑ ΜΗΤΣΟΥ .Η ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ, ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ. ΜΠΑΜΙΑ!!.

Η εκδίκηση της τροφαντής βρήκε στόχο τον ανδρισμό μου και με γονάτισε!!

Βρε λες;; προβληματίστηκα!

Άνθρακας ο θησαυρός ΜΟΥ;; απόρησα!!!

Μπάμια, το δεν πρέπει ΜΟΥ;;

Και τότε έφαγα φλασιά ….και η λατρεία μου για τις μπάμιες τυχαία;; δε νομίζω… και τότε έκλεισε το παζλ!!

Φτου σου, ρε μπάμια Μήτσο!!

Τι τά ΄θελες ρε, τα ακροβατικά και τις μαγκιές με το ισχυρό, τροφαντό φύλο;; Αφού δεεεεν…

Που πα ρε Καραμήτσοοοοοο, ξυπόλητος στ’ αγκάθια;;;

Μέλια.