αφιερωμένο στην μητέρα μου…

.

Απώλεια… κι ένας δυσβάστακτος κόμπος στο λαιμό σε πνίγει και μια ψιχάλα στα μάτια που γίνεται βροχή, το χάσιμο ενός «κατά» δικού σου ανθρώπου, που μέχρι χθες γέμιζε και ομόρφαινε τη ζωή σου, ενός συναισθήματος που έσβησε, γιατί προφανώς δεν υπήρξε ποτέ, ενός οράματος που δεν άντεξε και μιας κοινής πορείας, που βάλτωσε και σάπισε.

Δεν ανησυχώ για μένα, απλά ανησυχώ για τους γύρω μου, δεν ξέρω τι θα έκανα αν συνέβαινε κάτι σε…..

… μονολογείς λες και θα τη γλυτώσεις, λες κι εσύ δεν είσαι μέρος του τελικού σχεδίου…

ΜΠΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ!

Τουλάχιστον όχι σήμερα, όχι αύριο, όχι σε μένα… αδίκως ελπίζεις, γιατί το νερό έχει μπει στ’ αυλάκι από τα γεννοφάσκια σου …

Κάποτε, ίσως ποτέ… μην αισιοδοξείς, χάνεις τον χρόνο σου… άλλος αποφασίζει κι εσύ απλά ακολουθείς σαν αδιάβαστος κομπάρσος …

Έτσι πρέπει να ζεις τη ζωή σου, ηλιόλουστα μέρα τη μέρα… το κάθε λεπτό είναι πολύτιμο, χρυσάφι, γιατί ο πανούργος χρόνος τρέχει πολλές ζωές μπροστά σου και δεν πιάνεται ο άτιμος.

Αν περάσεις όλη σου τη ζωή, ανησυχώντας άσκοπα μήπως συμβεί κάτι, τότε πριν το καταλάβεις, η μικρή ζωή σου θα έχει τερματίσει σαν βουβή παλιοκαιρισμένη ταινία κι εσύ θα την έχεις ξοδέψει αλόγιστα, ανησυχώντας… κουρνιασμένη στη γωνιά σου, να θρηνείς και να παλεύεις φοβισμένη με φαντάσματα, που μάταια καλείς για παρέα.

Δεν έρχεται κανείς, μ’ ακούς;;

Κανείς!

Κανείς δεν σε αγαπάει, όσο ΕΣΥ ΕΣΕΝΑ!

Τζάμπα περιμένεις ένα χάδι, μία λέξη, μια αγκαλιά, μια καλημέρα, έναν καλό ΛΟΓΟ!

Πάρτο απόφαση είσαι μόνη, κράτα γερά τα χαλινάρια… και κοίτα να σταθείς ολόρθη… το συντομότερο!

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΣΥΝΕΛΘΕ!

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ!

Σε καταλαβαίνω, σε νιώθω, συμπάσχω… περνάς από τα δύσκολα μονοπάτια του πόνου, θρηνείς την απώλεια…. και ποιος δεν θρήνησε;

Μέσα σου βαθειά όλα ανάκατα, σοκ, θλίψη, μοναξιά, απελπισία, πανικός, απορίες που δεν θα απαντηθούν ποτέ… απόρριψη.

Θολούρα, δύσπνοια, πόνος στο στήθος, πονάς… πονάς παντού χωρίς να έχεις μελανιά, ένα σημάδι βρε αδερφέ, μια γρατζουνιά!

Κι έχεις δίκιο, γιατί είσαι άνθρωπος κι ο πόνος διαφεντεύει το είναι σου και χαρακώνει την καρδιά σου, ας όψεται ο «ένοχος».

Θυμός… γιατί σε μένα;

Γιατί σε σένα, έπεσε ο κλήρος! Σήμερα εσύ, αύριο εγώ.

Φόβος, ενοχές… τι έκανα λάθος Θεέ μου;

Λάθος επιλογή ίσως!

Πόσο άχρηστη είμαι;; Και η αυτοεκτίμησή σου μηδενίζεται και εσύ πέφτεις στα πατώματα του οίκτου και δεν καταλαβαίνεις την αξία σου και αρνείσαι να δεις ότι κάποιος άλλος σε έσπρωξε να νιώσεις… λίγη, ανύπαρκτη, αμελητέα ποσότητα, για τα ανυπέρβλητα ματαιόδοξα γούστα του…. ο κομπλεξάρας.

Μοναξιά ατέλειωτη, που σε σκοτώνει γιατί δεν παλεύεται, παραμιλάς εγκλωβισμένη, ε και;; ποιος θα σ’ ακούσει;;

Ο απέναντι τοίχος;;

Ποτέ δεν ξέρεις, γιατί και οι έρμοι τοίχοι έχουν αυτιά και το κυριότερο…. δεν έχουν άποψη!

Και η κατάθλιψη σε καταβροχθίζει και χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, τον πολύτιμο ύπνο σου, που παραδόξως δεν σου λείπει και του γυρνάς πεισματικά την πλάτη, λες κι αυτός ευθύνεται για το μαύρο σου το χάλι.

Φοράς μια χιλιοτρυπημένη παλιοφόρμα και σέρνεσαι… τα παρατάς όλα σύξυλα, το μαλλί άβαφτο δυο δάχτυλα οι ρίζες, τα άπλυτα ρούχα στοίβα, η σκόνη στο σπίτι βολτάρει ανενόχλητη…

κι εσύ ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου και ξεχνιέσαι και βουλιάζεις… λάθος ΣΟΥ, αλλά τέτοιες ώρες, ποιος νοιάζεται, ο πόνος έχει πάρει το πάνω χέρι και κινεί τα νήματα κατά βούληση και εσύ μια άβουλη μαριονέτα χορεύεις…

Αυτό το δύσβατο, κακοτράχαλο μονοπάτι, πρέπει να το διαβείς μόνη σου και μάλιστα ξυπόλητη, για να ματώσεις.

Ο χρόνος γιατρεύει λένε, μόνο που εγώ δεν βρήκα ακόμα γιατρειά…. μαμά μου λείπεις….

Μονολογείς, είμαι μόνη, ενώ δεν είσαι, αλλά δεν το βλέπεις… γιατί θέλεις το χρόνο σου και την γωνιά σου να πενθήσεις… κοντζάμ απώλεια, βλέπεις… ορφάνεψες.

Η θλίψη κάνει κακό, σε χαρακώνει με ρυτίδες που δεν θα σβήσουν ποτέ, αλλά η θλίψη είναι απαραίτητη… τρέφει την ψυχή με έννοιες και το μυαλό με ενοχές, που θα κουβαλάς…. και θα κουβαλάς και θα παρακαλάς το Θεό να απαλλαγείς κάποτε και να ηρεμήσεις.

Και μετά-έτσι από το πουθενά-όλα αλλάζουν και απρόσμενα παίρνουν το δρόμο τους.

Ο πόνος μαλακώνει, πάει κι έρχεται ο ύπουλος σε ανείπωτο χρόνο, σε περιμένει στη γωνία να σε τσιγκλήσει, για να ξυπνήσει μνήμες που πονούν….

… και βρίσκει πάντα τον στόχο του… .καρδιά… και εκεί που χαμογελάς, μαυρίζεις, γιατί ξαναθυμάσαι και σου ξαναλείπει και ότι έχασες το θέλεις κολασμένα πάλι πίσω.

Αχ μαμά και να ήσουν εδώ!!!

Με τον καιρό η πληγή αργεί να ματώσει, το δάκρυ λογικεύεται και η χαρά της ζωής σε καλεί και κάποια στιγμή που θα καθαρίσει το μέσα σου από τα σκοτάδια, και η συννεφιά από τα μάτια σου… ανταποκρίνεσαι και χαμογελάς αβίαστα με την καρδιά σου.

Και μπαίνει το νερό στ’ αυλάκι κι αυτό ήταν τέλειωσε, πάει… δεν το πιστεύεις ε;;; Ναι τα κατάφερες και πήρες επιτέλους το πάνω χέρι.

Τ’ ΑΚΟΥΣ ΑΥΤΟ;

Το πάνω χέρι!

Αυτό είναι το νόημα της ζωής.

Να γελάς, ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι, να θρηνείς, να σφαδάζεις από πόνο γιατί είσαι άνθρωπος και μετά να τα προσπερνάς όλα με βήμα ταχύ, γιατί στη γωνιά του δρόμου σε περιμένει το επόμενο και πρέπει να είσαι αρματωμένη.

Και να ξέρεις, πως οι άνθρωποι δεν χάνονται όταν πεθαίνουν και όπως πεθαίνουν.

Οι καλές αναμνήσεις τους μας κρατάνε παρέα, μέχρι να τους ξαναδούμε από κοντά… κι ανυπομονώ!

Κάθε απώλεια είναι ένας μικρός θάνατος, γι’ αυτό πονάει και ματώνεις.

Ψάχνω χώρο, ένα λαγούμι να κρυφτώ για να θρηνήσω ότι χάθηκε, θα ξαναπώ και θα ξαναπείς… θέλω τον χρόνο μου.

Είναι δύσκολο να μη φοβάμαι. Κόπηκαν κάποια μονοπάτια που δεν ήθελα, που δεν με ρώτησαν, αλλά αισιοδοξώ, πως θα ανοίξουν άλλα, πιο στενά ίσως, αλλά πιο φωτεινά και-γιατί όχι-πιο αγαπησιάρικα.

Έχασα την ελπίδα πως θα αντέξω τον πόνο, μα τα κατάφερα και ξαναβρήκα τον χαμένο μου εαυτό, γιατί πιστεύω ότι όλα γίνονται για ένα σκοπό.

Είναι αδιανόητο να μην ανησυχώ, είμαι άνθρωπος, με σάρκα και οστά, γι’ αυτό και μάτωσα και έβρισα και έχασα το δρόμο μου.

ΤΟ ΞΕΡΩ… πήρα το μάθημά μου…

ΤΟ ΠΑΛΕΥΩ… το απέδειξα …σηκώθηκα…

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΣΤΡΑΠΑΤΣΟ… που δεν θα αργήσει να φανεί, γιατί η ζωή όπως έλεγε η μητέρα μου, «μια γελάει και μια κλαίει» θα τα καταφέρω καλύτερα …

ΑΙΣΙΟΔΟΞΩ… ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ ΟΤΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΘΑ ΜΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΑ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΑ ΜΟΥ ΦΤΕΡΑ… ΓΙΑ ΝΑ ΞΑΝΑΠΕΤΑΞΩ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΨΗΛΑ… ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΨΗΛΑ!!

Και δεν πρέπει να ξεχνώ, ότι η ζωή συνεχίζεται κι ότι στο εδώ «μαγαζί»…. Άλλος κάνει κουμάντο… μεγάλη η Χάρη Του… Θεέ μου συγχώρεσε με.

Μεγάλωσα, αλλά κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου ακούω μια γλυκειά φωνή να μου τραγουδά:

.

«Ύπνε που παίρνεις τα μωρά,

έλα πάρε και τούτο,

μικρό μικρό σου το ‘δωκα,

μεγάλο φέρε μου το.

Κοιμήσου και παράγγειλα,

Στην Πόλη τα προικιά σου,

Στη Βενετιά τα ρούχα σου,

Και τα χρυσαφικά σου….»


Σήμερα δύο χρόνια.

Καλά να περνάς μαμά και καλή αντάμωση.

Μέλια.  

Εικόνα «Ο κήπος του μεσονυκτίου» του Christian Schloe από :  liveinternet.ru

 

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ

Advertisements