«Εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες», λέει το γνωστό βαρύ και ασήκωτο αντρίκιο άσμα, λες κι ο εμπνευστής εμένα είχε στο μυαλό του, όταν εμπνεόταν τους στίχους. Να συστηθώ, Λάμπης το καλό παιδί και τ’ άξιο παλληκάρι.

Και εξηγώ, προς αποφυγή παρεξήγας, κατάφερα με ποτάμια ιδρώτα και αγγουροξυπνήματα, να αγοράσω ένα δυαράκι, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, μπλε μαρέ από το καυσαέριο, στο κέντρο της Αθήνας και συνάμα να  φτιάξω ένα γερό κομπόδεμα, για τις δύσκολες ώρες… για τα γεράματά μου, να έχω να πορεύομαι, υπογλώσσια, βιάγκρα… απλά πράγματα. Το δυαράκι τίποτα σπουδαίο, αλλά φάτσα μόστρα η πλατεία Συντάγματος και η Βουλή των Ελλήνων… λέμε τώρα (Θου, Κύριε, φυλακὴν τω στόµατί µου).

Κάθε πρωί πριν ροδίσει η αυγούλα, έπινα το Ελληνικό μερακλαντάν καφεδάκι μου, στο στενάχωρο βεραντάκι μου, έπαιρνα τις βαθιές καυσαέρικες ανάσες μου, για να στουμπώσουν τα πνευμόνια μου και μετά ποδαράτο βουρ στη δουλειά, μάστορας τορναδόρος παρακαλώ, όχι ότι κι ότι, δουλειά με ονοματεπώνυμο και ήμουν και παιδί της παντρειάς.

Η ζωή μου κυλούσε ήρεμα σαν το νερό στ’ αυλάκι, πήγαινε έλα πήγαινε έλα, πάντα στον ίδιο το ρυθμό. Ώσπου μια ωραία πρωΐα, ανάθεμα την ώρα και την στιγμή, νοικιάστηκε το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, τσακ ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Με έζωσαν τα φίδια και την ίδια μέρα, έτρεξα να πάρω τις πληροφορίες μου από την λιγομίλητη γειτόνισσα του ισογείου, που στόμα είχε και μιλιά δεν είχε.

Μου είπε… το και το,λεβέντη μου.

Μμμμ… η λεγάμενη εξηντάρα βαμμένη ξανθιά, σίγουρα φοράει κορσέ για να μαζεύει τα πάκια, έπιπλα σκαλιστά με μπορντώ βελούδο, πολύ κιτς (σχόλιο της κυρίας Σοφίας) τραπεζαρία ρουστίκ με έξη καρέκλες, δέκα γλάστρες, λευκή κρεββατοκάμαρα, θα μείνει μόνη…

… δεν ήξερα πώς να φρενάρω την κυρία Σοφία μας. Έμαθα μέχρι και τι νούμερο παπούτσια φοράει η καινούργια νοικάρα, η κυρία Πόπη, η Ποπάρα.

Και άρχισαν τα όργανα……

Κάθε μεσημέρι που γύριζα πτώμα από τη δουλειά χρόνια τώρα, ξάπλωνα να αναπαύσω το κορμάκι μου και να κλείσω τα κουρασμένα από τον τόρνο μάτια μου, όχι πολύ, μια ωρίτσα.

Εκείνη την ωρίτσα, η Ποπάρα αποφάσιζε να αλλάξει τη διαρρύθμιση στο σπίτι της, έσερνε τα έπιπλα και μου έγδερνε τα αυτιά και τα συκώτια… και τι να πεις;

Απώλεσα τον ύπνο μου, απέκτησα νεύρα τσατάλια και άρχισα να ζορίζομαι σε βαθμό κακουργήματος, εγώ… εγώ ο Λάμπης το καλό παιδί και τ’ άξιο παλληκάρι… και τι να πεις;;

Και βέβαια,εξαιτίας της σούπερ ντούπερ προηγμένης ηχομόνωσης της πολυκατοικίας, ήξερα πότε η Ποπάρα πάει στην τουαλέτα για το ψιλό της  και πότε για το χοντρό της, πότε κάνει μπάνιο και με πόσες μπουρμπουλήθρες και όλα τα συναφή… και τι να πεις;;

Το μαρτύριο συνεχίστηκε,σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Αγόρασε καναρίνι και έμαθα να πίνω τον καφέ μου με φτερά και πούπουλα.

Το στενάχωρο βεραντάκι μου, το έβλεπα πια εκ των έσω … σνιφ… σνιφ…(ένα βούρκωμα… κι ένα δάκρυ) εκ του μακρόθεν, με τα κιάλια, γιατί η Ποπάρα με τις 10 γλάστρες και βάλε, με είχε ψεκάσει και ποτίσει κάτι φορές και άρχισα να πρασινίζω επικίνδυνα .

Πήρε σκύλο, τον Μπούμπη (άκου Μπούμπη) κι έχασα και τον βραδυνό μου ύπνο, γιατί στης νύχτας τη σιγαλιά, το σκασμένο έξυνε τις πόρτες, τα πατώματα, γρύλιζε και να ήταν μόνο αυτό, ο Μπούμπης κάθε πρωί, μου άφηνε δωράκι, ζεστό, λαχταριστό και μυρωδάτο, στο χαλάκι της εξώπορτας… και τι να πεις;;

Ένα πρωί αφηρημένος και πολύ βιαστικός, πάτησα το δωράκι του Μπούμπη,  μέτρησα με τα οπίσθια, όλα τα σκαλιά του δευτέρου ορόφου και τη γλύτωσα με τρία σπασμένα δάχτυλα στο αριστερό πόδι,που τουμπάνιασε και μια εξάρθρωση του δεξιού ώμου, τα δε οπίσθια…. σαν της μαϊμούς ένα πράγμα… την ατυχία μου μέσα. Ένα μήνα καθόμουν και κοιμόμουν… μπρούμυτα.

Όταν δε, άνοιξε την πόρτα και με ρώτησε όλο σκέρτσο η Ποπάρα:

“Χτυπήσατε κύριε Λάμπη;

Ααα θα σας μαλώσω, μα γιατί δεν προσέχετε;

Γιατί;”

Γλύτωσα το εγκεφαλικό στο τσακ, παρατρίχα…

Πονούσα από την κορυφή μέχρι τα νύχια, κοινώς τσακίστηκα !!

Γιατί Θεούλη μου; γιατί Παναγίτσα μου;

Έδωσα τόπο στην οργή, γιατί είμαι κύριος και άλλαξα την καθημερινότητά μου, μπας και ζήσω… σνιφ… σνιφ… και τι να πεις;;

Ώσπου μια ηλιόλουστη μέρα έχασα το φως μου, μου έπεσε το σαγόνι, μου γύρισε το βλέφαρο, την έφαγα νταν κατευθείαν στο Δόξα Πατρί… ερωτεύθηκα ο καψερός!

Μετωπική με τη Γωγάρα την ανηψιά της Ποπάρας!! Και τα μυαλά στα κάγκελα!!

Κάτι μπαλκόνια ευάερα ευήλια, κάτι χειλάρες τσουπωτές κόλαση, αμ εκείνο το οπίσθιο διαφορικό τριαξονικό και βάλε… πώς να αντέξει η έρμη η σάρκα; Πως;;;

Κολάστηκα μάνα μου και πονώωω!!! Και τι να πεις;;

Έκανα την νύχτα μέρα, ξεροστάλιαζα για μια ματιά της, για ένα τσιγγουνιάρικο μισόγελο, κι εκείνη ούτε να με φτύσει!!

Το τι κερί άναψα στον άγιο Ονούφριο, μεγάλη χάρη του, δεν περιγράφεται.

Και μια νύχτα με φεγγάρι, θαύμα θαύμα, ο άγιος με λυπήθηκε,  το άγριο θηλυκό με είδε Άδωνη και με “ηράσθη τα μάλα”.

Όμως μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, θα έχω την ίδια απορία, τι μου βρήκε η Γωγάρα; Τι μου βρήκε;;

Μυτόγκας, μαυριδερός ζουμπάς, με σωσσίβιους κοιλιακούς, εκκολαπτόμενος καράφλας, αλλά καλό παιδί και άξιο παλληκάρι!!

Είμαι ο Λάμπης ο παιδαράς που αρέσω παιδί μου αρέσωωωω….. Γωγάρα τις παντόφλες και το ούζο τώρα!!! Αργείς!!!

Και μετά ξύπνησα… με πόνο στα οπίσθια πεδία και θυμήθηκα το ενέσιμο παυσίπονο σε δόση αλόγου, που μου εισήχθη βιαίως και αμετακλήτως, για να μου κοπεί το τσιριμπίμ τσιριμπόμ, τσιριχτό του πόνου. Ακόμα ηχούν στα πονεμένα αυτιά μου, τα σαδιστικά σχόλια του γιατρού.. θα κοιμηθείς σαν πουλάκι!!! Και ξεράθηκε στο γέλιο.

Και το πουλάκι του Λάμπη, ρε ντόκτορ… θα το φάει η μοναξιά;;;

Πάει η Γωγάρα, πάει μάναμ πάει. Τι ήθελα και ξύπνησα ο παλιομπίμπιπ… κι έμεινα με τη γλύκα, μα να μη προλάβω να πάρω ένα μεζεδάκι; Την ατυχία μου μέσα, ένα τόσο δα χουφτωματάκι; Τζάμπα γράφτηκε το άσμα “Tατς μι” της Φοξάρας;

Γιατί άγιε μου Ονούφριε; Γιατί εγώ στο πηγάδι…

Σταμάτησα να χτυπιέμαι και με στριφογυριστό σερνάμενο βήμα σκαλοτσακισμένου, στήθηκα με θράσσος μπρος στον φονιά καθρέφτη.

Μόλις αντίκρισα την αφεντομουτσουνάρα μου… τον λυπήθηκα, που άντεξε και δεν ράγισε μπρος σε τόση ομορφιά.

Και τότε χτύπησε καμπάνα μέσα μου και πήρα την μεγάλη απόφαση… θα χτίσω κορμί θανατηφόρο, αλλά την μόστρα δεν την πειράζω.

Μόλις πήρα τα πάνω μου, ξεκίνησα την άθληση γύρω από το τετράγωνο της Βουλής. Περπάτημα, τρέξιμο, λαχάνιασμα, γλώσσα έξω, δυο βρισιές και δυο φάσκελα στη Βουλή για εκτόνωση και καφέ στον εθνικό κήπο για απόλαυση.

Σε λίγο καιρό οι ρυθμοί άλλαξαν, τρέξιμο, βρίσιμο, φάσκελα και τούμπαλιν.

Έκανα κορμί φαινόμενο, με τα ποντίκια του, με τα όλα του. Φάε τη σκόνη μου Βρουβά.

Κι ένα πρωί που έτρωγα τα ασπράδια μου και τις φυτικές μου ίνες (τέτοιες αηδίες τρώνε οι παιδαράδες) άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας, να χτυπά δυο φορές. Γκλινγκ γκλον… γκλίνγκ γκλον…

Κι ανοίγω την πόρτα με το μπωλάκι στο χέρι και ωϊμέ του καψερού, ένα μελαχρινό χερουβείμ, με κάτι χαρτιά στο χέρι, στο κατώφλι του σπιτιού μου.

Πάρε με χάρε, πάρε με, μου ξέφυγε και παραλίγο να γίνω ρόμπα στο χερουβείμ.

Δεν κατάλαβα λέξη απ’ όσα μου έλεγε, γιατί η ευαισθησία μου άρχισε να καλπάζει, απλά κουνούσα το κεφάλι μου σε ότι έλεγε, με ανοιχτό το στόμα, σαν χάνος.

Κι όταν μου έδωσε ένα χαρτί, το υπέγραψα και όταν έφυγε καλημερίζοντάς με ευγενικά, έβαλα τα κλάματα, γιατί διάβασα τι υπέγραψα.

Και τι να πεις;;

Μήπως να πεις!!!!

Θα μιλήσω, γιατί ήρθε η ώρα… να μιλήσω!!

Το λοιπόν, σε πρώτη παγκόσμια αποκλειστική είδηση, που έκανε το γύρω του πλανήτη.

«Καλοταϊσμένο πλουμιστό αλλοδαπό κακορίζικο περιστέρι, με μάτια περισκόπιο, σφύριξε στους εσώκλειστους, επίσης καλοταϊσμένους κακορίζικους της Βουλής, ότι κάποιος επικίνδυνος τρομοκράτης λελές (εγώ ο Λάμπης), περνούσε σε καθημερινή βάση απ’ έξω και απειλούσε με ανοιχτές τις παλάμες και όχι μόνο, στην καθομιλουμένη( φασκέλωνε, μούτζωνε, έβριζε) όλες αυτές τις αθώες κι ευγενικές ψυχές, αυτού του τόπου.

Οι αγανακτισμένοι πολιτικάντηδες βολευτές, έπεσαν σε μαύρη μελαγχολία, (δεν έτρωγαν, δεν τσέπωναν, δεν πήγαιναν γυμναστήριο) κι ένωσαν όλοι μαζί πικραμένοι τις δυνάμεις τους, για πρώτη φορά στην ιστορία δημιουργίας του κόσμου (άτιμη κοινωνία), γιατί τους έπνιξε το άδικο φάσκελο και έστειλαν στον εν λόγω λελέ, δηλαδή σε μένα, αγωγές για εκφοβισμό και λασπολογία, ζητώντας με οδύνη και σπαραγμό ψυχής, την αποκατάσταση του άσπιλου ονόματος τους… αλλιώς θα προβούν σε…»

Κλείνω λέγοντας στους εν λόγω ανήσυχους κυρίους, που θα προβούν σε… ότι θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις λογικότατες απαιτήσεις τους.

Σας αδίκησα πουλάκια μου;;

Εεεε;;;

Θα πληρώσω ρε, γιατί ΕΓΩ εν αντιθέσει με ΣΑΣ είμαι νομοταγής πολίτης και θα δώσω ότι έχω και δεν έχω.

Έβριθινκ ρε!! Έβριθινκ αι χεβ!!

Κοπιάστε για την παραλαβή!!

Έχω μια δωδεκάδα σώβρακα ρε, που στέκουν άπλυτα κανά μήνα τώρα, ένεκα του ατυχήματος και του χαλασμένου πλυντηρίου… και ελπίζω μ’ αυτά να πατσίσουμε!

Αν όχι, δώστε μου ένα λεπτό βρε λεβέντες, να βγάλω κι αυτό που φοράω και βάλτε το χαρτόσημο εκεί που ξέρετε!!

Άλλωστε καλοκαίριασε και θα παίρνουν και αέρα!!

Τι να πεις… και τι να πεις;;;

Τα είπα και ξαλάφρωσα… ουφ!

Γκέιμ… όβερ!! Ένεμι ντιστρόιτ!!

Εεεεεε;;;;

Σας κούφανα;;;

Λάμπης σπίκινγκ!!!

Μέλια.