Είχα κάποιες εκκρεμότητες στο αξιολάτρευτο και κατά άλλα πολύ φιλόξενο ΙΚΑ… ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή… αλλά έπρεπε πάση θυσία να κάνω την καρδιά μου “νταμαρίσια” πέτρα και να τελειώνω με δαύτες… πέρυσι και λίγο λέω.

Σηκώθηκα χαράματα με μισή καρδιά, σιχτιρίζοντας μεν, αποφασισμένη δε, να αντιμετωπίσω τον εχθρό στην έδρα του. Έφτασα στο ΙΚΑ… ω ρε μανούλα μου…  μια σφιχτοπλεγμένη ουρά… άλλο πράγμα το ανθρωπομάνι έφτανε μέχρι το πεζοδρόμιο της παραλιακής (10-15 μέτρα ουρά).

Ωχ Παναγίτσα μου βάλε το χέρι σου… μου βγήκε σε αναστεναγμό.

Απελπισμένοι άνθρωποι κάθε ηλικίας νέοι ηλικιωμένοι με το μπαστούνι σφιχτά στο χέρι, αλλοδαποί, ουκρανές με ψηλοτάκουνα, μελαμψές Βεδουίνες όλες οι φυλές στο ίδιο καζάνι…

… περίμεναν το δέκα το καλό!

Πέρασε μια ώρα και επιτέλους άνοιξε η ποθητή πόρτα της κολάσεως, η κλειδαμπαρωμένη.

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε… γιούργιαα…

Φωνές, σπρωξιές, βρισίδια, βογκητά πόνου και αξιοπρέπεια ταξιδεμένη κάπου αλλού, σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη…

Το έπαιξα κυρία… όχι ρε να σας βράσω και να πιω το ζουμί σας… δεν θα στριμωχτώ, θα περιμένω και θα μπω μετά από όλους εσάς μέσα… χαλαρά.

Υπολόγισα χωρίς τον ξενοδόχο…

…παρασύρθηκα σαν καρυδότσουφλο, με παρέσυρε το αλαλάζων ανθρωπομάνι μέχρι την είσοδο, που συνέχισε αλλόφρων να τρέχει στις σκάλες και να στριμώχνεται «πατείς με πατώ σε» στο ασανσέρ που αγκομαχούσε, από το βάρος των απελπισμένων.

Μου έπεσε το σαγόνι στο πάτωμα… ένιωσα σκουπίδι, στυμμένη λεμονόκουπα, σαρδέλα στο χαρτί, ρόμπα ξεκούμπωτη λέμε…

Αναρωτήθηκα σιχτιρίζοντας πως από ανθρώπους μας κατάντησαν αφηνιασμένη αγέλη;;   (αφιονισμένο ασκέρι)

Ε όχι ρε παλιο-μπίμπιπ είμαι κανονικός άνθρωπος και έχω τσίπα… αξιοπρέπεια (και χρόνο να επιστρέψω την επομένη).

Πήρα τις ανάσες μου και έφυγα βρίζοντας ευγενικά, γιατί είμαι κυρία…την ισοπέδωσή μας.

Στο πεζοδρόμιο με περίμενε ένας αλητάκος σκύλος, που με το φιλικό κούνημα της βρωμερής ουράς του, μου έφτιαξε το κέφι και τη χαμένη διάθεση.

Συστηθήκαμε, ρίξαμε τα χάδια μας είπαμε τα γλυκολογά μας… με πήγε φρουρός φύλακας δύο τετράγωνα πιο κάτω, μετά σταμάτησε μου έριξε μια τρυφερή ματιά αποχαιρετισμού που μ’ έλιωσε και έφυγε τρέχοντας ελεύθερος και ωραίος χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Χαμογέλασα και για ακόμη τέσσερα – πέντε μέτρα αφουγκραζόμουν μπας και ακούσω τις φιλικές πατούσες του πίσω μου.

Την επόμενη μέρα μεσημεράκι αυτή τη φορά, ξαναπήγα στο ΙΚΑ πιο οργανωμένη.

Όχι παίζουμε…

Οπλίστηκα με γερά νεύρα που από βραδύς ατσάλωνα, ατέλειωτη υπομονή οκτώ γαϊδάρων και έβαλα στα χείλη μου εκτός από το ροζέ κραγιόν μου το πιο ωραίο μου χαμόγελο.

Ο κόσμος λιγότερος αυτή τη φορά. Ανέβηκα με τα πόδια στο 2ο όροφο, πήρα αριθμό… το 76.284… βρήκα και μια άδεια καρέκλα που μόλις κάθισα διαμαρτυρήθηκε τρίζοντας προκλητικά. «Τι έγινε μαντάμ, λίγη δίαιτα ίσως;»

Την αγνόησα και άρχισα να παρατηρώ τον κόσμο. Το γλένταγα… (αλήθεια, έτσι πίστευα)

Έχουμε και λέμε: 20 καθίσματα, 20 άνθρωποι, 7 όρθιοι και κάποιοι #$^&&* που μόλις ερχόντουσαν και έβλεπαν το κόσμο την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια.

Σε μία ώρα σχεδόν που περίμενα, μάζεψα εφιαλτικές πληροφορίες.

Ο Έλληνας πολίτης φοβισμένος να ρωτήσει το οτιδήποτε τον «μη μου τους κύκλους τάραττε» δημόσιο υπάλληλο, να έχει λουφάξει στη γωνιά του και ο αεράτος ενημερωμένος για όλα αλλοδαπός, να απαιτεί και να διεκδικεί “τα δικαιώματά του”, για τους κόπους του σαν εργαζόμενος πολίτης αυτής της ανεκτικής… άντε μη πω… χώρας. Και οι #$^&&* να του κάνουν όοοοολα του τα χατίρια… γονατισμένοι στα τέσσερα.

Άρχισα να βράζω στο ζουμί μου αλλά κρατήθηκα.

Και τότε ήρθε στην παρέα μας, ένας ηλικιωμένος κύριος που περπατούσε σέρνοντας με μεγάλη προσπάθεια τα πόδια του.

Πήγε στον υπάλληλο που χασκογελούσε με τον διπλανό του, καλημέρισε ευγενικά… και απάντηση δεν πήρε.

Σιγά που θα ‘παιρνε… δουλεύουνε λέμεε…

Ξαναπροσπάθησε ο καημένος… σας παρακαλώ επειδή είμαι χειρουργημένος θα μπορούσα….

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και ο φιλότιμος εργαζόμενος υπάλληλος, αυτός που ψείριζε την μαϊμού και την είχε καραφλιάσει, μόνο που δεν τον διαολόστειλε.

Στη σειρά σας κύριε, ενοχλείτε, δεν βλέπετε ότι έχω δουλειά;;

Μα…. πρόλαβε να πει ο ευγενικός κύριος γιατί σηκώθηκε όρθιος ο κάφρος και… για πήγαινε πιο πίσω σβέλτα… ενοχλείς… και έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι δίπλα του, γράφοντας προκλητικά μην πω που την πινακίδα που έγραφε: «απαγορεύεται το κάπνισμα.»

Όλοι άκουγαν τον καφρισμό χαλαρά, άλλοι έβλεπαν έξω από το παράθυρο θαυμάζοντας τάχα μου τη φύση για να μην μπλέξουν και κανένας δεν έβραζε μέσα του παρά μόνο εγώ.

Μα είναι δυνατόν;;

Εντάξει αδιάφορες κότες θα καθαρίσω εγώ… και για σας!!

Και σηκώθηκα όρθια και τον πήρε ο διάολος.

-Το όνομά σου τώρα.

-Τι;

-Έλα τελείωνε δεν θα πονέσεις καθόλου τ’ όνομά σου.

Ζορίστηκε πολύ ο φιλότιμος υπάλληλος …μπορεί και να πόνεσε… αλλά μου έκανε τη χάρη.

Ποιος νομίζεις ότι είσαι και φέρεσαι σαν σκουπίδι στον ανήμπορο πατέρα σου;;;

Και εσείς…γύρισα στον κόσμο (στις κότες) τι ρόλο βαράτε;;

Τι πάθατε και δεν μιλάτε;;

Περνάτε καλά ή το πρόβλημα δεν είναι δικό σας και πέρα βρέχει;;

Δεν σας πνίγει το δίκιο;;

Σήμερα ο κύριος αύριο εσείς!!

Μας πήρανε φαλάγγι ρεε;

Μας πήρανε και το τελευταίο σώβρακο ρεε;

Με πλησίασε ένας νεαρός και μου ψιθύρισε: μπράβο σου έχεις τσαμπουκά!

Και γιατί το ψιθυρίζεις;

Φώναξέ το αγόρι μου μπας και ξυπνήσουν!!

Ο νεαρός κοκκίνισε, τον έπιασε το φιλότιμο, κουρδίστηκε,  πήρε μπρος και πάτησε γκάζι…

Αυτό ήταν…

-Βγες έξω αν είσαι άντρας ρε… τσίτωσε τα γκάζια ο νεαρός.

Και τσιμπάει ένας παππούς με σαγιονάρα και βερμούδα παραλλαγής και σηκώνεται όρθιος…

…και μένα ρε τσογλάνι γιατί μου κόψατε το εκάς μου λες;;

Και απάντηση δεν πήρε.

Έγινε χαμός, βιβλιάρια υγείας έπεσαν σαν οργισμένη βροχή στους γκισέδες, μαζεύτηκε κόσμος από άλλους ορόφους, οι υπάλληλοι κοιταζόντουσαν ανήμποροι και παρακάλαγαν να ανοίξει η γη  να τους καταπιεί και να τους στείλει στην Γη του Πυρός και τότε… έσκασε μύτη ο υψηλά ιστάμενος κορδωμένος λόρδος… ο προϊστάμενος για να βάλει τάξη και τον πήρε ο διάολος, γιατί η σαπίλα ξεκινάει από κει.

Ήταν η πρώτη φορά που ο παρονομαστής άλλαξε.

Ένας αλλοδαπός πήγε να επιβάλει την τάξη και βγήκε σούμπιτος από τον όροφο.

Οι υπόλοιποι αλλοδαποί λούφαξαν με την σειρά τους και οι Έλληνες όρθιοι χειροκροτούσαν την πρώτη τους νίκη με την σαπίλα!!

Το πόσο γρήγορα εξυπηρετήθηκε το κοινό;;

Δεν βρίσκω λόγια να το περιγράψω.

Από προσποιητή ευγένεια άλλο πράγμα, να φαν κι οι κότες!!

Οι υπάλληλοι δεν σήκωσαν κεφάλι λες και έτρεμαν να δουν κατά πρόσωπο το αποτέλεσμα του ήθους τους.

Θα βάλω τάξη εδώ μέσα… θυμήθηκα μια παλιά ατάκα.

Φούσκωσα από υπερηφάνεια γιατί σαν λαός το’ χουμε, ένα τσακ θέλουμε και το φιλότιμο μας πυροδοτείται και βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εντάξει μας ψαλίδισαν τα φτερά.

Ε και;; Πρώτη φορά είναι;;

Θα βγάλουμε άλλα ρε παιδιά, καινούργια πιο γερά πιο λεία πιο ανθεκτικά και θα μας απογειώσουν με ρίσκο να ξανατσακιστούμε αλλά δεν μασάμε…

…και ξανά προς την δόξα τραβά…

Οι αγώνες και οι θυσίες των προγόνων μας να γίνουν πυξίδα μας.

Μήπως ήρθε η ώρα;;

Αναρωτήθηκα και άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες συγκινημένη, που μια τόσο δα μικρή σπίθα, έβαλε μπουρλότο σε ένα ΙΚΑ.

Βγήκα αφηρημένη στο δρόμο και κάποιος χάρηκε πάρα πολύ που με ξαναείδε, γιατί βρέθηκα ανάσκελα στο πεζοδρόμιο, με τον γνωστό αλητάκο από πάνω μου να με γλύφει στη μούρη.

Πως σε λένε εσένα τον ρώτησα;;;

…. και έφαγα μια γερή γλυψιά στ’ αριστερό μάγουλο.

Πως;;

-Λευτέρη το μάζεψες το βιβλιάριο απ’ το πάτωμα;

Και τον βάφτισα Λευτέρη, σημαδιακό όνομα και αυτή την φορά με πήγε φύλακας φρουρός, μέχρι το σπίτι μου που έγινε και δικό του.

Μέλια.